ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

 

 

 

 

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
"Ο ΛΟΓΟΣ ΣΑΡΞ ΕΓΕΝΕΤΟ"

 

"Ο Λόγος σαρξ εγένετο"

Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου

 

Ο πλαστουργός και κτίστης Θεός πήρε από τη Μαρία έμψυχη σάρκα και την ένωσε με την δική του ακατάληπτη και απρόσιτη Θεότητα. Ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση της Θεότητός του με την δική μας φύση και την έκανε άγιο ναό του.
Δανείστηκε τη σάρκα από την αειπάρθενο και Θεοτόκο Μαρία και αφού την έλαβε χωρίς σπορά, πήρε ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος. Ώστε όπως ακριβώς ο Αδάμ με την παράβαση του έγινε η αρχή της γεννήσεως μας στην φθορά και στον θάνατο, έτσι και ο Χριστός και Θεός μας με την εκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης έγινε η απαρχή της αναγεννήσεώς μας στην αφθαρσία και την αθανασία.

 

 Επειδή λοιπόν ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με μας σε όλα εκτός από την αμαρτία, μας μεταδίδει την Θεότητά του λόγω της πίστης μας σ' αυτόν και μας καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της Θεότητάς του.

 

Ο Θεός Λόγος έλαβε από μας σάρκα, που δεν είχε εκ φύσεως και έγινε άνθρωπος. Από τότε μεταδίδει στους πιστούς την χάρη της Θεότητάς του, την οποία κανείς από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν είχε αποκτήσει, και μ' αυτόν τον τρόπο γίνονται θεοί κατά χάρη. Έτσι χαρίζει στα κτίσματά του την εξουσία να γίνονται τέκνα Θεού.


Ο Θεός λοιπόν του παντός με την σωματική του παρουσία στην γη ήλθε για να αναπλάσει και να ανακαινίσει τον άνθρωπο και να ευλογήσει όλη την κτίση που επέσυρε επάνω της την κατάρα εξαιτίας του ανθρώπου. Και πρώτα ζωοποίησε την ψυχή που έλαβε και αφθαρτώντας την την θέωσε, ενώ το άχραντο σώμα του, αν και το θέωσε, όμως το κρατούσε ακόμη φθαρτό και υλικό. Γιατί το σώμα που τρώει και πίνει, κοπιάζει και ιδρώνει, δένεται και σέρνεται, υψώνεται στον σταυρό και καρφώνεται, είναι βέβαια φθαρτό και υλικό, αφού μάλιστα πέθανε και τοποθετήθηκε νεκρό στο μνημείο. Μετά την ανάστασή του συνανέστησε και το σώμα του άφθαρτο, πνευματικό, όλο θείο και άυλο, γι' αυτό και δεν συνέτριψε τις σφραγίδες του μνήματος, εισερχόταν και εξερχόταν ελεύθερα μέσα από τις κλειστές πόρτες.

Και επειδή ο Αδάμ τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό ευθύς με την παράβαση πέθανε κατά την ψυχή, ενώ κατά το σώμα ύστερα από πολλά χρόνια. Γι' αυτό και ο Χριστός πρώτα ανέστησε και ζωοποίησε την ψυχή που τιμωρήθηκε με το επιτίμιο του θανάτου και έπειτα οικονόμησε να απολαύσει και το σώμα την αφθαρσία δια της αναστάσεως, αυτό που δια του θανάτου επέστρεφε στην γη κατά την αρχαία απόφαση. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά κατέβηκε στον άδη ελευθερώνοντας από τα δεσμά τις ψυχές των εκεί φυλακισμένων ενάρετων  και τις κατέταξε σε τόπο αναπαύσεως και ανεσπέρου φωτός. Τα σώματά τους όμως δεν τα ανέστησε, αλλά τα άφησε στους τάφους μέχρι την κοινή ανάσταση.


Ο Υιός του Θεού και Θεός, αφού εισήλθε στα σπλάχνα της Παναγίας Παρθένου και έλαβε σάρκα απ' αυτήν, γεννήθηκε τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός ασυγχύτως.

 

Η χάρη του Πνεύματος στον Χριστό προέρχεται από την θεία του φύση και ουσία. Όμως το σώμα του δεν έχει την ίδια προέλευση, αλλά προέρχεται από την πάναγνη και αγία σάρκα της Θεοτόκου, την οποία προσέλαβε κατά το ιερό λόγιο: «ο Λόγος σάρξ εγένετο» (κατά Ιωάννην 1,14). Έκτοτε ο Υιός του Θεού και της αχράντου Παρθένου μεταδίδει στους ενάρετους την χάρη του Πνεύματος, δηλαδή την θεότητα, καθώς και μέσω του προφήτη λέγει: «Θα συμβεί τούτο κατά τις έσχατες ημέρες, θα εκχύσω από το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο» (Ιωήλ 3:1), εννοώντας κάθε πιστό, από δε την φύση και ουσία εκείνης που κυρίως και αληθώς τον γέννησε την σάρκα, την οποία έλαβε από αυτή.

 

Το μυστήριο λοιπόν αυτό που συντελέστηκε για όλο τον κόσμο με την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, το ίδιο γίνεται αδιαλείπτως μέχρι σήμερα σε κάθε πιστό. Γιατί λαμβάνοντας την πανάμωμο σάρκα του Δεσπότη και Θεού μας συμμετέχουμε στην θεότητά του,  γινόμαστε αληθινά και εξ ολοκλήρου σύσσωμοι του Χριστού και συγγενείς του. Έτσι γινόμαστε κατά χάριν όμοιοι με τον φιλάνθρωπο Θεό και Δεσπότη μας ανακαινισμένοι στην ψυχή, άφθαρτοι και αναστημένοι από νεκροί που ήμαστε. Τότε βλέπουμε αυτόν που καταδέχτηκε να γίνει όμοιός μας και βλεπόμαστε απ' αυτόν, που μας αξίωσε να γίνουμε όμοιοί του, όπως κάποιος βλέπει από μακριά το πρόσωπο του φίλου του και διαλέγεται μ' αυτόν και συνομιλεί και ακούει την φωνή του.

Αν την μεταλαμβάνουμε άξια, έχουμε μέσα μας όλον τον σαρκωθέντα Θεό και Κύριό μας Ιησού Χριστό, αυτόν τον Υιό του Θεού, ο οποίος λέει: «εκείνος που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου και εγώ μέσα του» (κατά Ιωάννη 6,56). Εμείς δεν τον αισθανόμαστε σαν σάρκα, αν και βρίσκεται μέσα μας, αλλά υπάρχει ασωμάτως σε σώμα, αναμιγνυόμενος ανέκφραστα με την φύση μας και την ουσία μας και θεοποιώντας μας, επειδή γίναμε σύσσωμοι μ' Αυτόν. Αυτό είναι το μεγαλύτερο και ιερότερο μυστήριο της ανέκφραστης οικονομίας και συγκαταβάσεως του Θεού.