ΒΙΒΛΟΣ

 

 

ΟΙ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΙΩΑΘΑΜ

 

Ο Ιωάθαμ ήταν ο νεώτερος από τους 70 γιους του Γεδεών, ο οποίος απάγγειλε την πρώτη παραβολή της Αγίας Γραφής (Κριτές 9,7-15). Όταν ο Ιωάθαμ έμαθε τον θάνατο των 70 αδερφών του από τον ετεροθαλή αδερφό τους τον Αβιμέλεχ και από τους κατοίκους της Συχέμ, πήγε και στάθηκε στην κορφή του όρους Γαριζίν και φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε προς τους κατοίκους της Συχέμ:

 

«Ακούστε με, κάτοικοι της Συχέμ, αν θέλετε και ο Θεός να σας ακούσει!  Κάποτε τα δέντρα πήγαν να διαλέξουν ποιον θα χρίσουν βασιλιά τους. Είπαν στην ελιά: "έλα να γίνεις βασιλιάς μας". 'Άλλά η ελιά τους αποκρίθηκε: "ν' αφήσω εγώ το λάδι που παράγω, που μ' αυτό οι άνθρωποι δοξάζουν το Θεό, για να κυβερνήσω τα δέντρα; Δεν θέλω να γίνω βασίλισσα."

Τότε τα δέντρα είπαν στη συκιά: "έλα εσύ να γίνεις βασιλιάς μας". Μα και η συκιά τους αποκρίθηκε: "ν' αφήσω εγώ τους ωραίους και γλυκούς καρπούς που κάνω, για να κυβερνήσω τα δέντρα; Δεν θέλω να γίνω βασίλισσα."

Τότε τα δέντρα είπαν στο αμπέλι: "έλα εσύ να γίνεις βασιλιάς μας". Μα και το αμπέλι τους αποκρίθηκε: "ν' αφήσω εγώ το κρασί που βγάζω, που το χαίρεται ο Θεός και οι άνθρωποι, για να κυβερνήσω τα δέντρα; Αυτό δεν το δέχομαι."

Τότε τα δέντρα είπαν στην αγκαθιά: "έλα εσύ να γίνεις βασιλιάς μας". Και η αγκαθιά τους αποκρίθηκε: "αν θέλετε στ' αλήθεια να με χρίσετε βασιλιά σας, ελάτε να κρυφτείτε στη σκιά μου αν δεν έρθετε, φωτιά θα βγει από τ' αγκάθια μου και θα κατακάψει τους κέδρους του "Λιβάνου"» (Κριτές 9,7-15).

 

 

 

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΝΑΘΑΝ

 

Όταν ο Δαβίδ έστειλε στην πρώτη γραμμή τον Ουρία το Χετταίο για να σκοτωθεί πάνω στη μάχη, προκειμένου να ιδιοποιηθεί τη γυναίκα του Ουρία, τη Βηρσαβεέ, ο Κύριος έστειλε στο Δαβίδ τον προφήτη Νάθαν, ο οποίος μίλησε παραβολικά στο Δαβίδ. Ο Νάθαν του είπε ότι:

 

«Σε μια πόλη ζούσαν δυο άνθρωποι, ένας πλούσιος κι ένας φτωχός. Ο πλούσιος είχε πάρα πολλά πρόβατα και βόδια,  ενώ ο φτωχός δεν είχε τίποτα, παρά μια μικρή αμνάδα. Την περιποιόταν, την μεγάλωσε μαζί με τα παιδιά του, έτρωγε από το ψωμί του, έπινε νερό από το ποτήρι του, κοιμόταν στην αγκαλιά του και την είχε σαν θυγατέρα του. Μια μέρα ήρθε κάποιος να επισκεφτεί τον πλούσιο. Ο πλούσιος όμως λυπήθηκε να σφάξει κάποιο από τα ζώα του για να δώσει στον επισκέπτη του, αλλά πήγε και πήρε την αμνάδα του φτωχού και την ετοίμασε να φάει ο ταξιδιώτης» (Β' Βασιλειών 12,1-4).