ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 

ΔΙΚΑΙΟΣ ΝΑΑΣΣΩΝ

 

Ο ΝΑΑΣΣΩΝ (ΝΑΧΣΩΝ)

 

Ο Ναασσών (Ναχσών) ήταν γιος του Αμιναδάβ (Α' Παραλειπομένων 2,10. Αριθμοί 1,7. 2,3. 10,14. Ρουθ 4,20) και ήταν αρχηγός της φυλής Ιούδα και αρχηγός πατριαρχικής οικογένειας, κατά την Έξοδο και κατά την καταμέτρηση των Ισραηλιτών στην έρημο. Ακόμη ήταν χιλίαρχος, δηλαδή αρχηγός χιλίων ισραηλιτικών οικογενειών (Αριθμοί 1,7. 2,2-3. 10,14. Α' Παραλειπομένων 20,11). Γιος του Ναασσών (Ναχσών) ήταν ο Σαλμών (Σαλμά, Σαλμάν) (Α' Παραλειπομένων 2,11. Ρουθ 4,20).

 

 

Ο Ναασσών γεννήθηκε στην Αίγυπτο και πήρε μέρος στην Έξοδο των Ισραηλιτών από τον Μωυσή. Η αδερφή του Ελισάβετ ήταν γυναίκα του Ααρών (Έξοδος 6,23), ενώ ο γιος του Σαλμών πήρε για γυναίκα του τη Ραάβ, μετά την πτώση της Ιεριχώ (Ματθαίος 1,4-5).

Ήταν ένας από τους βοηθούς του Μωυσή και του Ααρών, ο οποίος κλήθηκε ονομαστικά από τον Θεό, για να βοηθήσουν στην απογραφή του λαού στην έρημο Σινά. Η απογραφή έγινε την πρώτη του δεύτερου μήνα, του δεύτερου έτους μετά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Απογράφηκαν όλοι οι άντρες από 20 ετών και πάνω και που μπορούσαν να φέρουν όπλα.  Η φυλή Ιούδα απαριθμούσε 74.600 άντρες (Αριθμοί 1,24-25. 2,9).

 

Όταν ο Μωυσής τελείωσε το στήσιμο της Σκηνής του Μαρτυρίου και τον καθαγιασμό της, τότε οι αρχηγοί των φυλών του Ισραήλ, μεταξύ αυτών και ο Ναασσών, έφεραν τις προσφορές τους ενώπιον του Κυρίου, τα οποία ήταν έξι σκεπαστές άμαξες και δώδεκα βόδια, μία άμαξα ανά δύο αρχηγούς και ένα βόδι από τον καθένα τους. Ο Μωυσής πήρε τις άμαξες και τα βόδια και τα παρέδωσε, σύμφωνα με εντολή του Κυρίου, στους Λευίτες για την υπηρεσία τους (Αριθμοί 7,1-6).

Την ημέρα της χρίσεως του θυσιαστηρίου, οι αρχηγοί των φυλών έφεραν επίσης προσφορές για την καθιέρωσή του. Οι αρχηγοί των φυλών τα έφερναν ένας ένας σε διαφορετικές μέρες. Ο Ναασσών (Ναχσών) ήταν ο πρώτος από τους αρχηγούς των φυλών, που πρόσφεραν θυσίες και δώρα κατά την πρώτη ημέρα της χρίσεως του θυσιαστηρίου.

Ο Ναασσών, όπως και ο κάθε αρχηγός, προσέφερε μια ασημένια γαβάθα βάρους 130 σίκλων (1466 γραμμάρια), μια ασημένια λεκάνη βάρους 70 σίκλων (789 γραμμάρια), με βάση τον ιερό σίκλο, και τις δυο γεμάτες σιμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι για την αναίμακτη προσφορά. Ακόμη προσέφερε μια χρυσή λιβανοθήκη βάρους 10 σίκλων (113 γραμμάρια), γεμάτη με θυμίαμα. Ακόμη προσέφερε ένα μοσχάρι, ένα κριάρι κι ένα αρνί ενός χρόνου για τη θυσία του ολοκαυτώματος, έναν τράγο για τη θυσία εξιλέωσης και δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους και πέντε αρνιά ενός χρόνου για την ευχαριστήρια θυσία (Αριθμοί 7,11-17).

 

Κατά την πορεία των Ισραηλιτών προς τη Γη της Επαγγελίας, ήταν αρχηγός της φυλής Ιούδα και επικεφαλής του στρατοπέδου των φυλών Ιούδα, Ισσάχαρ και Ζαβουλών, που στρατοπέδευε ανατολικά της Σκηνής του Μαρτυρίου. Πάντα κατά την αναχώρηση από κάποιο μέρος αυτές οι τρεις φυλές ξεκινούσαν πρώτες και βέβαια ήταν οι πρώτες που αναχώρησαν από το Σινά (Αριθμοί 2,3-9. 10,14).

 

Μετά την ανταρσία του Κορέ, του Δαθάν και του Αβειρών, αλλά και όλης της κοινότητας κατά του Μωυσή και του Ααρών, ο Μωυσής, με εντολή του Κυρίου, πήρε τα ραβδιά των δώδεκα αρχηγών, πήρε και το ραβδί του Ααρών, ως αρχηγού της φυλής Λευΐ, και τα έστησε ενώπιον του Κυρίου, στη Σκηνή του Μαρτυρίου μπροστά στην Κιβωτό της Διαθήκης. Όποιο ραβδί θα βλάστιζε αυτός θα ήταν ο εκλεκτός του Κυρίου για τη θέση του αρχιερέα.

Την άλλη μέρα, όταν ο Μωυσής μπήκε στη Σκηνή, το ραβδί του Ααρών, της φυλής Λευΐ, είχε βλαστήσει. Τότε ο Μωυσής έβγαλε όλα τα ραβδιά και τα έδειξε στους Ισραηλίτες. Αυτοί είδαν τι είχε συμβεί και οι αρχηγοί πήραν ο καθένας το ραβδί του πίσω. Έτσι ο λαός πείστηκε ότι ο Μωυσής και ο Ααρών είναι οι μόνοι αποδεκτοί εκπρόσωποι του Κυρίου και ότι όποιος άλλος πλησιάζει στη Σκηνή του Μαρτυρίου θανατώνεται από τον Κύριο (Αριθμοί 17,16-28).

 

Περισσότερα στοιχεία δεν υπάρχουν για τη ζωή του, εκτός του ότι πέθανε στην έρημο (Αριθμοί 26,64-65). Ο Ναασσών αναφέρεται μεταξύ των προπατόρων του Ιησού (Ματθαίος 1,4 και Λουκάς 3,32). Η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του την Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως (Κυριακή των Προπατόρων).

 

 

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

 

Κοντάκιον

Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Χειρόγραφον εἰκόνα μὴ σεβασθέντες, ἀλλ' ἀγράφῳ οὐσίᾳ θωρακισθέντες τρισμακάριοι, ἐν τῷ σκάμματι τοῦ πυρὸς ἐδοξάσθητε, ἐν μέσῳ δὲ φλογὸς ἀνυποστάτου ἱστάμενοι, Θεὸν ἐπεκαλεῖσθε· Τάχυνον ὁ Οἰκτίρμων, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμων, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.

 

Κάθισμα


Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ὑμνήσωμεν πιστοί, τοὺς Προπάτορας πάντας, Χριστοῦ τοῦ δι' ἡμᾶς, ἐπὶ γῆς ὁραθέντος, δοξάζοντες ἐν ᾄσμασι, τὸν αὐτοὺς θαυμαστώσαντα, ὡς τὴν ἔλευσιν, προεκτυπώσαντας τούτου, καὶ τὴν γέννησιν, τὴν ἐκ Παρθένου ἀφράστως, τῷ κόσμῳ κηρύξαντας.