ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 

ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΙΩΣΑΦΑΤ

  

Ο ΙΩΣΑΦΑΤ
 

Ο βασιλιάς Ιωσαφάτ

Ο Ιωσαφάτ ήταν γιος και διάδοχος του Ασά, βασιλιά του Ιούδα (Γ' Βασιλειών 15,24. 16,28α. 22,41. 17,1). Η μητέρα του ονομαζόταν Γαζουβά (Αζουβά) και ήταν κόρη του Σελί (Σαλαΐ, Σιλχί) (Γ' Βασιλειών 16,28α. 22,42). Ο Ιωσαφάτ βασίλεψε για 25 έτη στην Ιερουσαλήμ, το 869-845 π.Χ. περίπου (Γ' Βασιλειών 16,28α. 22,42. Β' Παραλειπομένων 00,00). Γιος και διάδοχος του Ιωσαφάτ ήταν ο Ιωράμ (Γ' Βασιλειών 16,28θ. 22,51. Β' Παραλειπομένων 00,00).

 

 

 

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΙΩΣΑΦΑΤ ΣΤΟΝ ΙΟΥΔΑ

 

Ο Ιωσαφάτ ανέβηκε στο θρόνο του βασιλείου του Ιούδα, μετά το θάνατο του πατέρα του, κατά το 11ο έτος της βασιλείας του Αμβρί στο Ισραήλ. Ήταν τότε 35 ετών και βασίλεψε για 25 έτη στην Ιερουσαλήμ (Γ' Βασιλειών 16,28α. Β' Παραλειπομένων 17,1). Το δεύτερο έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ στον Ιούδα, ανέβηκε στο θρόνο του βασιλείου του Ισραήλ ο Αχαάβ (Γ' Βασιλειών 16,29) ή κατά άλλη διήγηση ο Ιωσαφάτ ανέβηκε στο θρόνο κατά το τέταρτο έτος της βασιλείας του Αχαάβ (Γ' Βασιλειών 22,41-42). Το 17ο έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ στο θρόνο του Ισραήλ ανέβηκε ο Οχοζίας, ο οποίος βασίλευσε για 2 χρόνια (Γ' Βασιλειών 22,52) και το 18ο έτος της βασιλείας του ανέβηκε ο αδερφός του Οχοζία, ο Ιωράμ (Δ' Βασιλειών 1,18α).

 

Ο Ιωσαφάτ ακολούθησε το δρόμο του ευσεβούς πατέρα του, του Ασά, και δεν εξέκλινε από τον δρόμο του Θεού, αλλά έπραττε πάντοτε το σωστό ενώπιον του Κυρίου. Γι' αυτό ο Κύριος ήταν μαζί του. Λάτρεψε τον Κύριο και ακολούθησε τις εντολές του. Ο Κύριος κατηύθυνε τη βασιλεία του μέσα από τις αποφάσεις του Ιωσαφάτ. Όλος ο λαός στο βασίλειο του Ιούδα του προσέφερε δώρα κι έτσι ο Ιωσαφάτ απέκτησε πλούτο και δόξα. Κατέστρεψε όλους τους ειδωλολατρικούς ιερούς τόπους που βρίσκονταν στις υψηλές τοποθεσίες και στα άλση (Γ' Βασιλειών 16,28β. 22,43-44. Β' Παραλειπομένων 17,3-6).  Όμως δεν μπόρεσε να εξαλείψει τελείως την ειδωλολατρία, αλλά σε κάποιες υψηλές τοποθεσίες προσφέρονταν ακόμη θυσίες και θυμιάματα σε ειδωλολατρικούς θεούς (Γ' Βασιλειών 16,28β. 22,43-44). Ο Ιωσαφάτ εξαφάνισε από τη χώρα τα υπολείμματα της διαφθοράς, που είχαν απομείνει από τη βασιλεία του πατέρα του (Γ' Βασιλειών 22,47). Ακόμη και τις ιερόδουλες γυναίκες που απέκτησε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ο πατέρας του, ο Ασά, τις έδιωξε από τη χώρα (Γ' Βασιλειών 16,28δ).

 

Σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Ιωσαφάτ το βασίλειο του Ιούδα υπερίσχυσε του βασιλείου του Ισραήλ. Τοποθέτησε στρατιωτική δύναμη σε όλες τις οχυρές πόλεις του Ιούδα και διόρισε διοικητές σε όλες τις πόλεις του Ιούδα και του Εφραίμ, που είχε καταλάβει ο πατέρας του ο Ασά (Β' Παραλειπομένων 17,1-2).

Κατά το τρίτο έτος της βασιλείας του έστειλε τους αξιωματούχους του, τους γιους των αρχόντων, τον Αβδία (Οβαδία), τον Ζαχαρία, τον Ναθαναήλ και των Μιχαία, μαζί με τους Λευίτες, τον Σαμαΐα (Σεμαΐα), τον Ναθανία (Νεθανία), τον Ζαβδία (Ζεβαδία), τον Ασιήλ (Ασαήλ), τον Σεμιραμώθ, τον Ιωνάθαν, τον Αδωνία και τον Τωβία, καθώς και τους ιερείς Ελισαμά και Ιωράμ, για να διδάξουν στο λαό το Νόμο του Θεού. Αυτοί περιόδευσαν σε όλο το βασίλειο του Ιούδα έχοντας μαζί τους το βιβλίο του Νόμου του Κυρίου και δίδαξαν σε όλο το λαό (Β' Παραλειπομένων 17,7-9).

Όλα τα βασίλεια που ήταν γύρω από το βασίλειο του Ιούδα, δεν τόλμησαν να πολεμήσουν εναντίον του Ιωσαφάτ. Μάλιστα οι Φιλισταίοι πρόσφεραν πολλά δώρα και ασήμι στον Ιωσαφάτ. Οι Άραβες του έφεραν 7.700 κριάρια από τα κοπάδια τους. Έτσι ο Ιωσαφάτ γινόταν ολοένα και ισχυρότερος. Έκαμε πολλά έργα και έχτισε στο βασίλειο του Ιούδα συνοικισμούς και πόλεις οχυρωμένες (Β' Παραλειπομένων 17,10-13).

Ο στρατός του αποτελούνταν από άνδρες δυνατούς και έμπειρους στον πόλεμο κι ένα μέρος τους είχε μαζί του στην Ιερουσαλήμ. Από τη φυλή Ιούδα χιλίαρχοι ήταν ο αρχιστράτηγος του Ιωσαφάτ ο Έδνας (Αδνά), ο οποίος ήταν αρχηγός στρατού που αποτελούνταν από 300.000 άνδρες. Μετά απ' αυτόν δεύτερος στο στράτευμα ήταν ο Ιωανάν (Ιωχανάν), ο οποίος ήταν αρχηγός στρατού που αποτελούνταν από 280.000 άνδρες. Μετά απ' αυτόν τρίτος στο στράτευμα ήταν ο Αμασίας, γιος του Ζαρί (Ζιχρί), ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον Κύριο και αρχηγός στρατού που αποτελούνταν από 200.000 άνδρες. Από τη φυλή Βενιαμίν χιλίαρχοι ήταν ο Ελιαδά, ο οποίος ήταν αρχηγός στρατού που αποτελούνταν από 200.000 τοξότες και πολεμιστές με ελαφρύ οπλισμό. Μετά απ' αυτόν δεύτερος ήταν ο Ιωζαβάδ, ο οποίος ήταν αρχηγός στρατού που αποτελούνταν από 180.000 άνδρες. Αυτοί ήταν οι χιλίαρχοι που υπηρετούσαν το βασιλιά, εκτός από αυτούς που είχε διορίσει ο Ιωσαφάτ στις οχυρωμένες πόλεις (Β' Παραλειπομένων 17,13-19).

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΣΥΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΡΕΜΜΑΘ (ΡΑΜΜΩΘ)

 

Ο Ιωσαφάτ είχε συνάψει ειρήνη με τον βασιλιά του Ισραήλ, Αχαάβ (Γ' Βασιλειών 22,45). Είχε αποκτήσει πολλά πλούτη και δόξα και πήρε σύζυγο από τον οίκο του Αχαάβ ' Παραλειπομένων 18,1). Έπειτα από μερικά χρόνια ο Ιωσαφάτ επισκέφτηκε τον Αχαάβ στη Σαμάρεια. Ο Αχαάβ έσφαξε για χάρη του Ιωσαφάτ και της συνοδείας του πολλά πρόβατα και μοσχάρια. Ο Αχαάβ είπε στους αξιωματούχους του ότι η Ρεμμάθ (Ραμμώθ) στη Γαλαάδ τους ανήκει και δεν κάνουν τίποτα για να την πάρουν από την κυριαρχία του βασιλιά των Συρίων. Μετά πρότεινε στον Ιωσαφάτ, εάν δέχεται να πολεμήσει μαζί τους στη Γαλαάδ για να πάρουν πίσω τη Ρεμμάθ (Ραμμώθ). Ο Ιωσαφάτ απάντησε θετικά γιατί τα δύο βασίλεια αποτελούν ένα λαό, αλλά πρότεινε να ρωτήσουν πρώτα τον Κύριο.

Τότε, ο Αχαάβ συγκέντρωσε 400 ψευδοπροφήτες και τους ρώτησε τη γνώμη τους. Εκείνοι είπαν στον Αχαάβ να εκστρατεύσει εναντίον των Συρίων για τη Ρεμμάθ (Ραμμώθ). Ο Ιωσαφάτ όμως ρώτησε εάν υπάρχει κανένας άλλος προφήτης του Κυρίου, για να ρωτήσουν κι αυτόν. Ο Αχαάβ του απάντησε πως, υπάρχει ακόμα ένας άνθρωπος που μπορούν να ρωτήσουν τον Κύριο, αλλά τον μισεί, γιατί δεν προφητεύει ποτέ καλό για εκείνον, παρά μόνο κακό. Αυτός ήταν ο Μιχαίας, γιος του Ιεμβλά (Ιεμβλαά). Ο Ιωσαφάτ του απάντησε να μη μιλάει έτσι για τον προφήτη και τότε ο Αχαάβ  κάλεσε έναν ευνούχο και του είπε να φέρει γρήγορα τον Μιχαία στο ανάκτορο.

Ο Αχαάβ, βασιλιάς του Ισραήλ, και ο Ιωσαφάτ, βασιλιάς του Ιούδα, ήταν καθισμένοι ήταν καθισμένοι σε θρόνους κοντά στην πύλη της Σαμάρειας, φορώντας τις βασιλικές στολές τους. Κι όλοι οι ψευδοπροφήτες προφήτευαν μπροστά τους.

Ο ψευδοπροφήτης Σεδεκίας μάλιστα, γιος του Χανανά (Χαναάν), είχε κατασκευάσει σιδερένια κέρατα και είπε στον Αχαάβ, ότι ο Κύριος είπε πως μ' αυτά θα χτυπήσει τους Σύριους και θα τους εξολοθρεύσει. Τα ίδια έλεγαν και οι υπόλοιποι ψευδοπροφήτες, ότι ο Κύριος θα ευλογήσει την εκστρατεία του και θα του παραδώσει τους Σύριους (Γ' Βασιλειών 22,1-12. Β' Παραλειπομένων 18,2-11).

 

Στο μεταξύ, ο αγγελιαφόρος του Αχαάβ που είχε πάει να καλέσει τον προφήτη Μιχαία, του είπε πως, όλοι οι ψευδοπροφήτες προφήτευσαν ευχάριστα για την εκστρατεία του βασιλιά. Του συνέστησε, λοιπόν, να προφητέψει κι αυτός ευνοϊκά. Ο Μιχαίας του απάντησε πως, ότι του αποκαλύψει ο Κύριος, αυτό θα αναγγείλει.

Όταν ο Μιχαίας παρουσιάστηκε στον Αχαάβ, εκείνος ζήτησε τη γνώμη του για την εκστρατεία εναντίον των Συρίων για τη Ρεμμάθ (Ραμμώθ). Ο Μιχαίας απάντησε ειρωνικά στον Αχαάβ, να κάνει την εκστρατεία και ο Κύριος θα του παραδώσει την πόλη. Αλλά ο Αχαάβ του είπε, πόσες φορές πρέπει να σε ορκίσω για να μου πεις την αλήθεια στ' όνομα του Κυρίου;

Τότε ο Μιχαίας απάντησε: «Είδα όλο τον Ισραήλ διασκορπισμένο στα βουνά, σαν πρόβατα χωρίς ποιμένα. Και ο Κύριος είπε πως, αυτοί δεν έχουν πια αρχηγό, ας επιστρέψει, λοιπόν, ο καθένας ήσυχα στο σπίτι του.

Αμέσως μετά είπε ο Αχαάβ στον Ιωσαφάτ, πως αυτός ο προφήτης δεν προφητεύει ποτέ ευχάριστα για αυτόν, παρά μόνο δυσάρεστα και κακά. Ο Μιχαίας είπε στον Αχαάβ: «Δεν ομιλώ εγώ, αλλά ο Κύριος. Άκου, λοιπόν, το λόγο του Κυρίου: Είδα τον Κύριο να κάθεται πάνω σε θρόνο και όλοι οι άγγελοι να στέκονται γύρω του. Είπε, λοιπόν, ο Κύριος "ποιος θα εξαπατήσει τον Αχαάβ και θα τον κάνει να πάει στη Γαλαάδ και να σκοτωθεί στη Ρεμμάθ (Ραμμώθ); Ο ένας έλεγε το ένα κι ο άλλος τ' άλλο.  Ώσπου βγήκε ένα πνεύμα και στάθηκε μπροστά στον Κύριο και είπε πως αυτός θα τον εξαπατήσει. Ο Κύριος το ρώτησε, με ποιο τρόπο θα γίνει αυτό; Και κείνο είπε πως, θα κάνει όλους τους ψευδοπροφήτες του βασιλιά να του λένε ψέμματα. Τότε ο Κύριος είπε: Πήγαινε και κάνε όπως είπες. Τώρα, λοιπόν, ο Κύριος έχει αφήσει ένα πνεύμα να εμπνέει με ψέματα όλους αυτούς τους ψευδοπροφήτες σου. Αλλά ο Κύριος έχει αποφασίσει να σε βρει μεγάλο κακό (Γ' Βασιλειών 22,13-23. Β' Παραλειπομένων 18,12-22).

 

Τότε ο Σεδεκίας πλησίασε τον Μιχαία και τον χτύπησε στο σαγόνι. Ύστερα του είπε: ποιο είναι το Πνεύμα του Κυρίου που αποκάλυψε αυτά σε σένα; Ο Μιχαίας του απάντησε: θα το δεις την μέρα που θα τρέχεις να κρυφτείς στο πίσω δωμάτιο του σπιτιού σου.

Τότε ο Αχαάβ διέταξε να συλλάβουν το Μιχαία και να τον παραδώσουν στον Σεμήρ (Εμήρ), το φρούραρχο της πόλης, και στον Ιωάς τον γιο του. Να τους πείτε να τον βάλουν στη φυλακή και να του δίνουν μόνο λίγο ψωμί και λίγο νερό, ωσότου επιστρέψω σώος και αβλαβής. Και ο Μιχαίας απάντησε: «Εάν εσύ επιστρέψεις σώος και ασφαλής, τότε δεν μίλησε μέσω εμού ο Κύριος» (Γ' Βασιλειών 22,24-28. Β' Παραλειπομένων 18,23-27).

 

Έτσι ο Αχαάβ, βασιλιάς του Ισραήλ, και ο Ιωσαφάτ, βασιλιάς του Ιούδα, πήγαν στη Γαλαάδ για να πάρουν από τους Σύριους τη Ρεμμάθ (Ραμμώθ). Ο Αχαάβ είπε στον Ιωσαφάτ, ότι θα πάρει τη στολή ενός στρατιώτη και θα πάει να πολεμήσει ως ένας απλός στρατιώτης και πρότεινε στον Ιωσαφάτ να φορέσει τη δική του βασιλική στολή. Έτσι ο Αχαάβ μπήκε στη μάχη ντυμένος ως απλός στρατιώτης. Ο βασιλιάς των Συρίων είχε δώσει στους 32 αρχηγούς των πολεμικών αρμάτων του ρητή διαταγή να μη χτυπήσουν κανέναν, ούτε απλό στρατιώτη ούτε αξιωματικό, παρά μόνο το βασιλιά του Ισραήλ.

Οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων, όταν είδαν τον Ιωσαφάτ θεώρησαν πως αυτός ήταν ο βασιλιάς του Ισραήλ κι έτρεξαν καταπάνω του να τον χτυπήσουν. Αλλά ο Ιωσαφάτ έβγαλε μια κραυγή και ο Κύριος τους απομάκρυνε από αυτόν. Οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων, όταν είδαν ότι δεν ήταν αυτός ο βασιλιάς του Ισραήλ, σταμάτησαν να τον καταδιώκουν. Αλλά ένας από αυτούς τέντωσε το τόξο και το βέλος τυχαία χτύπησε τον Αχαάβ ανάμεσα στον πνεύμονα και τον θώρακα και τον σκότωσε. Έτσι με το θάνατο του Αχαάβ σταμάτησε ο πόλεμος εναντίον των Συρίων (Γ' Βασιλειών 22,29-37. Β' Παραλειπομένων 18,28-34).

 

 

Ο ΙΩΣΑΦΑΤ ΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

 

Όταν ο Ιωσαφάτ επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, ο προφήτης Ιού, γιος του Ανανί, βγήκε να προϋπαντήσει το βασιλιά και του είπε: «Για ποιο λόγο βοηθάς έναν αμαρτωλό, ο οποίος είναι μισητός από τον Κύριο; Για την πράξη σου αυτή ο Κύριος έχει οργιστεί εναντίον σου. Επειδή όμως έχεις κάνει αγαθές πράξεις και κατέστρεψες τα είδωλα από τη χώρα, κι έχεις λατρέψει τον Κύριο, γι' αυτό και θα μετριασθεί η οργή του Κυρίου»  (Β' Παραλειπομένων 19,1-3).

 

Μια μέρα ο Ιωσαφάτ βγήκε από την Ιερουσαλήμ και περιόδευσε στη χώρα από τη Βηρσαβεέ έως την ορεινή περιοχή της φυλής Εφραίμ. Μίλησε στο λαό για τον Κύριο και τους οδήγησε στο σωστό δρόμο. Διόρισε δικαστές σε όλες τις πόλεις του Ιούδα και τους είπε να μην αδικούν, να μην παίρνουν δώρα και να μην κρίνουν ανθρώπινα, αλλά πάντα με φόβο Θεού. Και στην Ιερουσαλήμ δημιούργησε δικαστήριο που αποτελούνταν από ιερείς, Λευίτες και τους γεροντότερους του λαού, έτσι ώστε να κρίνουν με βάση τη δικαιοσύνη του Κυρίου. Και όρισε ως αρχηγό του δικαστηρίου τον αρχιερέα Αμαρία και βοηθό του τον Ζαβδία, γιο του Ισμαήλ, ώστε να καθοδηγούν το δικαστήριο μα βάση το Νόμο του Θεού (Β' Παραλειπομένων 19,4-11).

 

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΩΣΑΦΑΤ

 

Επειδή στην Εδώμ (Εδέμ) δεν υπήρχε βασιλιάς μόνιμος και σταθερός, ο Ιωσαφάτ ναυπήγησε στη Θαρσίς (Θαρσείς) μεγάλο πλοίο για να πλεύσει στη Σωφίρ (Οφείρ, Ωφέρδε), όπου υπήρχε χρυσάφι. Μάλιστα ο βασιλιάς του βασιλείου του Ισραήλ, ο Οχοζίας, πρότεινε στον Ιωσαφάτ να του στείλει ανθρώπους για το ναυτικό του, όμως ο Ιωσαφάτ αρνήθηκε αυτή την πρόταση. Το πλοίο όμως δεν πήγε ποτέ στη Σωφίρ (Ωφέρδε), γιατί συνετρίβη στη Γασιών Γαβέρ (Ασεών Γαβέρ) (Γ' Βασιλειών 16,28ζ-η. 22,48-50).

 

Η υπόλοιπη ιστορία του Ιωσαφάτ, τα κατορθώματά του και οι πόλεμοι που διεξήγαγε, είναι γραμμένα στο Βιβλίο των Χρονικών των βασιλιάδων του Ιούδα (Γ' Βασιλειών 16,28γ. 22,46). Ο Ιωσαφάτ πέθανε και τον έθαψαν μαζί με τους προγόνους του στην Πόλη Δαβίδ, στην Ιερουσαλήμ. Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του ο Ιωράμ (Γ' Βασιλειών 16,28θ. 22,51. Β' Παραλειπομένων 00,00). Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον έχει αναγνωρίσει ως Άγιο, την μνήμη του οποίου εορτάζει την Κυριακή των Προπατόρων, πριν τα Χριστούγεννα.

 

 

 

 

Επί βασιλείας του δημιουργήθηκε ισχυρός στρατός και πολλά οχυρωματικά έργα. Ο ίδιος επέβλεπε τη διδασκαλία του Νόμου στο λαό του και έχαιρε σεβασμού των γύρω εθνοτήτων. Μετά από γάμο του γιου του Ιωράμ με την Γοθολία κόρη του Βασιλέως Αχαάβ του Ισραήλ, συμμάχησε με τον τελευταίο και πολέμησε μαζί του τους Σύριους στην πόλη Ραμώθ-Γαλαάδ, ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού. Παρά ταύτα αυτή η συμμαχία έφερε το Βασίλειο του Ιούδα πολύ κοντά στον όλεθρο.(Β΄ Χρονικά κεφ.22:10)
Μετά τον παραπάνω πόλεμο ο Ιωσαφάτ ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το κράτος του. Διόρισε δημόσιους Κριτές, εγκατέστησε τοπικά δικαστήρια και ένα μικρό "Εφετείο" (κατά σύγχρονη έννοια), στην
 Ιερουσαλήμ. Στη συνέχεια αντιμετώπισε τους συνασπισμένους εναντίον του Αμμωνίτες, Μωαβίτεςκαι Ιδουμαίους 
οι οποίοι τελικά ήλθαν σε εμφύλια αντιπαράθεση εγκαταλείποντας τα κατ΄ εναντίον τους λάφυρα.

Σύμφωνα με τη Βίβλο γενέσεως Ιησού Χριστού ο Ιωσαφάτ φέρεται απόγονος του Βασιλέως του Ισραήλ Δαυίδ, γιος του Ασά, πατέρας του Ιωράμ.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον έχει αναγνωρίσει Άγιο, την μνήμη του οποίου εορτάζει την Κυριακή των Προπατόρων, πριν τα Χριστούγεννα

Ο Ιωσαφάτ αναφέρεται στα βιβλία Α΄ Βασιλειών (κεφ.22), Β΄ Βασιλειών (κεφ.3) και Β΄ Χρονικών (κεφ.17-21).

 

 

 

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

 

Κοντάκιον

Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Χειρόγραφον εἰκόνα μὴ σεβασθέντες, ἀλλ' ἀγράφῳ οὐσίᾳ θωρακισθέντες τρισμακάριοι, ἐν τῷ σκάμματι τοῦ πυρὸς ἐδοξάσθητε, ἐν μέσῳ δὲ φλογὸς ἀνυποστάτου ἱστάμενοι, Θεὸν ἐπεκαλεῖσθε· Τάχυνον ὁ Οἰκτίρμων, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμων, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.

 

Κάθισμα


Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ὑμνήσωμεν πιστοί, τοὺς Προπάτορας πάντας, Χριστοῦ τοῦ δι' ἡμᾶς, ἐπὶ γῆς ὁραθέντος, δοξάζοντες ἐν ᾄσμασι, τὸν αὐτοὺς θαυμαστώσαντα, ὡς τὴν ἔλευσιν, προεκτυπώσαντας τούτου, καὶ τὴν γέννησιν, τὴν ἐκ Παρθένου ἀφράστως, τῷ κόσμῳ κηρύξαντας.