ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ 

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 

Πέρα από την ιστορία την οποία καθορίζουν τα διάφορα γεγονότα ή οι χαρισματικές προσωπικότητες, υπάρχει και η ιερή ιστορία, που καθορίζουν οι Προφήτες στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, που δέχθηκαν την αποκάλυψη του Θεού και την μετέφεραν στους ανθρώπους, με αποτέλεσμα να καθορίζουν ακόμη και τον ιστορικό βίο του ανθρώπου. Ο Μωϋσής, για παράδειγμα, ανέβηκε στο Σινά, είδε τον άσαρκο Λόγο, έλαβε τον νόμο Του και στην συνέχεια αυτός ο νόμος έγινε καθοδηγητικός για τον Ισραηλιτικό λαό. Έτσι, πέρα από την εξέλιξη του ιστορικού βίου υπάρχει και η ιερά ιστορία, που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός παρουσιάστηκε  στους ανθρώπους και τους προετοίμασε για να δεχθούν την υπέρτατη αλήθεια, την ενσάρκωση του Λόγου Του και την κοινωνία των ανθρώπων μαζί Του.
Ο νόμος που δόθηκε από τον Θεό στην Παλαιά Διαθήκη έχει σαφώς ασκητικό χαρακτήρα, γιατί προετοίμαζε τον άνθρωπο να φτάσει στην θεωρία του Λόγου, στην μέθεξη του ενσαρκωμένου Λόγου. Δεν δόθηκε ο νόμος για να γίνει μια νομοθεσία όπως υπάρχουν νόμοι και σε όλα τα έθνη. Μπορεί ο νόμος της Παλαιάς Διαθήκης να έχει ομοιότητες με άλλους νόμους, αλλ' όμως έχει σαφή προσανατολισμό, αφού σκοπός του είναι να οδηγήσει τον λαό από την κάθαρση στον φωτισμό και την θέωση. Με αυτήν την έννοια πρέπει να δούμε και τις τελετές καθάρσεως που έχουν νομοθετηθεί στην Παλαιά Διαθήκη. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να θεωρηθεί και η Σκηνή του Μαρτυρίου, ότι, δηλαδή, είναι μια κτιστή παραλλαγή του ακτίστου Ναού, που είναι ο ίδιος ο Λόγος.

Έτσι, ο ίδιος ο Λόγος είναι και άκτιστος Νόμος τον οποίον είδε ο Μωϋσής επάνω στο όρος Σινά και τον μετέφερε με κτιστά ρήματα και νοήματα, αλλά και άκτιστος Ναός που ο Μωϋσής βίωσε και έπειτα τον σχεδίασε με κτιστό τρόπο. Η Σκηνή του Μαρτυρίου, που αργότερα περιλήφθηκε στον Ναό του Σολομώντος είναι ο κτιστός σχεδιασμός του ακτίστου Ναού, και φυσικά με την ενσάρκωση του Χριστού καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον κτιστό ναό που είναι η ανθρώπινη φύση του Χριστού.

Συνεπώς, η Παλαιά Διαθήκη, με τον λόγο των Προφητών, τον νόμο του Μωϋσή, τις τελετές καθάρσεως, την λατρεία κλπ. δεν είναι μια εβραϊκή ιστορία, αλλά η ιερά ιστορία, ο τρόπος με τον οποίο προετοίμασε ο Θεός την ανθρωπότητα να φτάσει στην θεωρία του Λόγου, αλλά και στην ενανθρώπηση του Χριστού, δηλαδή να περάσει από την πνευματική Εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης, στην ενσαρκωμένη του Χριστού Εκκλησία της Καινής Διαθήκης. Αυτή η προετοιμασία γίνεται με την μέθεξη της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, που υπάρχει πλούσια και στην Παλαιά Διαθήκη.
 

Η διαφορά μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης βρίσκεται στο ότι στην Παλαιά Διαθήκη καταγράφονται οι εμφανίσεις του άσαρκου Λόγου, ενώ στην Καινή Διαθήκη καταγράφονται οι αποκαλύψεις του ενσαρκωμένου Λόγου. Όταν κάνουμε λόγο για αποκάλυψη εννοούμε την θέωση του ανθρώπου και την θεοπνευστία, αφού ο Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο εκείνον που έχει καθαρή καρδιά και επομένως έχει υποστεί την κάθαρση, και ακόμη ο άνθρωπος που δέχεται την αποκάλυψη βρίσκεται στην κατάσταση της θεώσεως. Η αποκάλυψη του Θεού, γίνεται δια της θεώσεως του ανθρώπου και τότε ο άνθρωπος που αποκαλείται θεούμενος είναι θεόπνευστος, ομιλεί απλανώς περί του αποκαλυφθέντος Θεού. Ο Προφήτης, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης κοινωνεί με τον άσαρκο και σεσαρκωμένο Λόγο, βλέπει τον Θεό υπερβαίνοντας τα κτιστά ρήματα και νοήματα και στην συνέχεια εκφράζει αυτήν την εμπειρία με κτιστά ρήματα και νοήματα, τα οποία, όμως, ποτέ δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την Αποκάλυψη, δηλαδή την εμπειρία της θεώσεως. Πάντως στην εμπειρία της θεώσεως καταργείται και η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, και αυτή η θεολογία.
 

Έτσι, αποκάλυψη του Θεού υπάρχει τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη. Η διαφορά όμως μεταξύ των αποκαλύψεων στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, βρίσκεται σε δύο βασικά σημεία. Το πρώτο στην ενσάρκωση, αφού η Παλαιά Διαθήκη ομιλεί για τον αποκαλυπτόμενο στους Προφήτες Λόγο, ενώ η Καινή Διαθήκη κάνει λόγο για τον Χριστό, τον ενσαρκωθέντα Λόγον. Έτσι, στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει θέωση, που συνδέεται με την αποκάλυψη, αλλά χωρίς την ανθρώπινη φύση του Χριστού, που σημαίνει ότι ο Προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης έφθανε στην θέωση, ήταν φίλος του Λόγου, χωρίς όμως να βλέπει την ανθρώπινη φύση του Χριστού, την οποία ακόμη ο Χριστός δεν είχε προσλάβει. Άλλωστε, το όνομα Χριστός, δηλώνει την χρίση της ανθρωπίνης φύσεως από την θεότητα, ενώ στην Παλαιά Δαθήκη ο Λόγος δεν ήταν κεχρισμένος. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Χριστός ήταν άγγελος Κυρίου, Κύριος της δόξης, Κύριος Σαβαώθ, Μεγάλης βουλής Άγγελος. Είναι σημαντικό ότι στην Πεντάτευχο γίνεται αναφορά στον Κύριο της δόξης, τον άγγελο Κυρίου, και στην ερμηνεία της που γίνεται από την Σοφία Σολομώντος, αυτός ο άγγελος της δόξης χαρακτηρίζεται «Σοφία του Θεού». Πρόκειται περί του Λόγου του Θεού, τον οποίο αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και περί της Σοφίας του Θεού για την οποία κάνει λόγο ο Απόστολος Παύλος.

Το δεύτερο σημείο διαφοράς μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης βρίσκεται στο ότι στην Παλαιά Διαθήκη η μέθεξη της δόξης του Θεού είναι προσωρινή και γι’ αυτό οι θεούμενοι πέθαιναν και σωματικά και ψυχικά, ενώ στην Καινή Διαθήκη οι θεούμενοι μετέχουν κατά μόνιμο τρόπο στην δόξα της Αγίας Τριάδος, διότι μετέχουν στην θεωθείσα σάρκα του Χριστού, και διότι καταργήθηκε ο θάνατος. Ο Προφήτης στην Παλαιά Διαθήκη μετέχει του ασάρκου Λόγου, ενώ στην Καινή Διαθήκη μετέχει του σεσαρκωμένου Λόγου, μέσω της τεθεωθείσης ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού.
 

Η προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου φανερώνει ότι υπάρχει ταυτότητα εμπειριών μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και ότι όλα όσα έγιναν στην Παλαιά Διαθήκη αποτελούν την ιερά ιστορία, που δείχνει το πως ο Θεός προετοίμασε τον λαό για την έλευση του Χριστού. Στην επιστολή αυτή φαίνεται η δόξα του ακτίστου Ασάρκου και σεσαρκωμένου Λόγου, η ανωτερότητά Του από τους κτιστούς αγγέλους, από τον Μωϋσή και τον Ααρών, η ανωτερότητα της αρχιερωσύνης του Χριστού από την ιουδαϊκή ιερωσύνη, η σχέση και διαφορά μεταξύ της σκηνής και της λατρείας της Παλαιάς Διαθήκης με τον λαό και την λατρεία της Καινής Διαθήκης, η πίστη των δικαίων και των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης που είναι πίστη εκ θεωρίας, η είσοδός μας στην κατάπαυση του Θεού, που είναι ο ιερός ησυχασμός, η παρότρυνση να προχωρήσουμε στην θεωρία του Θεού, όπως ο Μωϋσής ανέβηκε στο όρος Σινά και η προτροπή να υπακούσουμε στους ηγουμένους που αποστέλλει ο Θεός, όπως απέστειλε τους ηγουμένους-Προφήτας στον ιουδαϊκό λαό. Είναι φανερό ότι η προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου δείχνει πως ερμηνεύεται χριστολογικά και αγιοπνευματικά η Παλαιά Διαθήκη και πως υπάρχει ταυτότητα εμπειριών μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, με την ουσιαστική διαφορά ότι στην Καινή Διαθήκη υπάρχει η τεθεωθείσα ανθρώπινη φύση του Λόγου, ως η πραγματική σκηνή του Θεού στην ιστορία.
 

Ερμηνεύοντας ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την Παλαιά Διαθήκη βλέπει αυτήν την ιερά ιστορία, και παρατηρεί ότι στους δικαίους και τους προπάτορες μας, ενεργεί η καθαρτική, φωτιστική και θεοποιός ενέργεια του Θεού. Για παράδειγμα, παρουσιάζοντας τους πρωτοπλάστους, πριν την πτώση, περιγράφει την αγγελική ζωή που ζούσαν, και το προφητικό χάρισμα που είχε ο Αδάμ, αφού είδε μετά που ξύπνησε από την έκσταση και την ύπνωση, το πως δημιουργήθηκε η Εύα, αλλά και τα άλλα που θα ακολουθούσαν μετά την πτώση. Επίσης, αναλύοντας την ζωή της προφήτιδος Άννης, της Μητρός του Προφήτου Σαμουήλ, γράφει ότι είχε νοερά προσευχή, που φανερώνει ότι είχε φθάσει στον φωτισμό του νοός.

Ακόμη, πρέπει να αναφερθεί ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, αναλύοντας τι είναι η τελειότητα, αναφέρει ως πρότυπο τελειότητος τον Προφήτη Μωϋσή, που έφθασε στην θεωρία του Θεού και είδε τον άκτιστο Λόγο. Αλλά και ο Μ. Βασίλειος αναλύει τους ψαλμούς του Δαυίδ, ερμηνεύει διάφορα γεγονότα και πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, όπως τους Μακκαβαίους, και τα θέτει υποδείγματα στους Χριστιανούς της εποχής του. Το ίδιο κάνουν όλοι οι άγιοι Πατέρες πράγμα που δείχνει ότι έβλεπαν την ενότητα που υπάρχει μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και ότι και στις δύο Διαθήκες διασώζεται η ίδια παράδοση που οδηγεί τον άνθρωπο στην τελείωση και τον αγιασμό.

 

  

 

 

 

ΠΗΓΗ

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ: Αποσπάσματα της εισηγήσεως του Σεβασμιωτάτου κ. Ιεροθέου κατά την παρουσίαση του έργου της πεντάτομης ερμηνείας που εκπόνησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Γόρτυνος κ. Ιερεμίας για τα βιβλία της Πεντατεύχου της Παλαιάς Διαθήκης (βλ. τ. 139, Ιαν. 2008).